Τρίτη 24 Ιουνίου 2014

Ιστορία της λέξης ΄΄πετιμέζι΄΄

Πετιμέζι ονομάζεται το παχύρευστο προϊόν από το μούστο των σταφυλιών μετά από βράσιμο, χωρίς προηγούμενη ζύμωση, το οποίο χρησιμοποιείται από τους Έλληνες και χρησιμοποιήθηκε και από τους αρχαίους Ρωμαίους. Το όνομά της φυσικής αυτής γλυκαντικής ουσίας συνδέεται σε παροιμιώδεις φράσεις με την έννοια πολύ γλυκό και νόστιμο («είναι γλυκό σαν πετιμέζι») και κάποιες φορές μόνο με την έννοια υπερβολικά γλυκό («πετιμέζι το έκανες…»).

Η λέξη πετιμέζι και με συγκοπή του -ι- πετμέζι παράγεται από την τουρκική λέξη pekmez, συνέπεια των τεσσάρων αιώνων υποδούλωσής μας στους Τούρκους. Ωστόσο διαδικασίες παραγωγής γλυκαντικών ουσιών είναι γνωστές από την ελληνική αρχαιότητα και φυσικά και οι συνταγές. Ως ουδέτερο ουσιαστικό σημαίνει «πολύ γλυκό σιρόπι από μούστο συμπυκνωμένο με βρασμό». Σε παρομοίωση «σαν πετιμέζι», με σημασία επιθέτου, σημαίνει το «υπερβολικά γλυκό και πυκνόρρευστο».
Συναντάται και το επώνυμο Πετιμεζάς > Πετμεζάς, που προήλθε από το επαγγελματικό πετιμεζάς > πετμεζάς, το οποίο δηλώνει τον επαγγελματία που έφτιαχνε και πουλούσε πετιμέζι. Γνωστότερος ο Πετιμεζάς - Λαύρας Νικόλαος (1873-1952), Έλληνας στρατιωτικός και λογοτέχνης. Στο «Λεξικό της Αγιασώτικης Διαλέκτου» των φιλολόγων Δημητρίου και Ιωάννη Παπάνη (σελ. 369-370) αναφέρεται και η λέξη «πιτμαζάς», που σημαίνει εκείνον που μεγαλοπιάνεται επειδή κατέχει κάποιο αξίωμα στον κοινωνικό μηχανισμό. Τη χρησιμοποιούν ειρωνικά οι Αγιασώτες και ίσως πρόκειται για αναφορά στην ιστορική οικογένεια των Πετιμαζάδων/Πετιμεζάδων, αγωνιστών της επανάστασης του 1821 από την Αχαΐα, που κατείχαν υψηλά στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα στα μετεπαναστατικά χρόνια.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου